Όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες…
02 Φεβ 2012 Γράψτε ένα σχόλιο
Εκείνο το καλοκαίρι είχαμε άγριες διαθέσεις. Από τη Σάμο θα πέρναμε το καράβι και θα επισκεπτόμασταν τα νησιά της άγονης γραμμής. Λέρο, Αρκιούς, Λείψούς και Αγαθονήσι. Κουκίδες στο χάρτη…
Με μόλις μία ώρα καθυστέρηση είδαμε το “Νήσος Κάλυμνος” να δένει στο λιμάνι του Πυθαγορείου. Κάποια στιγμή ξεκινήσαμε… Μέρα μπήκαμε, νύχτα φτάσαμε στη Λέρο. Εφτά ώρες, αργές και βασανιστικές. Ευτυχώς το πλοίο ήταν σε καλή κατάσταση, μάλλον είχε γίνει “ανακαίνιση”, γιατί το 2004 που το είχα χρησιμοποίησει ήταν υπό διάλυση. Είχε και ωραίες λιχουδιές στο κυλικείο. Με τα πολλά φτάνουμε κατάκοπες στη Λέρο…
Περπατάμε λίγο στο λιμάνι και εκεί μπροστά μας είναι σταματημένο ένα υπέροχο ταξί, λες και περιμένει εμάς… Μάλλον περίμενε το ζευγάρι που μπήκε μέσα, αλλά μπήκαμε και ‘μεις αφού πηγαίναμε μερικά χωριά παρακάτω από το ζευγάρι.
Ο ταξιτζής δεν ήταν πολύ ομιλητικός, αλλά μόλις οι συνεπιβάτες μας έφτασαν στον προορισμό τους, άρχισε να μας μιλάει. Είχε και μια κούπα και έπινε, μάλλον καφέ σκέφτηκα. Βέβαια μου έκανε εντύπωση γιατί να πίνει κάποιος ζεστό καφέ το καλοκαίρι αλλά δεν έδωσα σημασία.
-Διακοπές κορίτσια;
-Ναι, διακοπές.
-Πόσο θα μείνετε;
-Δυό μέρες μόνο, μετά πάμε Αρκιούς.
-Ααααααααααααααχ
Βαρύς και ασήκωτος ο αναστεναγμός. Κοιταζόμαστε με τη φίλη και γελάμε.
-Αααααααααααααααααααααααααχ
Δεύτερος αναστεναγμός, πιο βαρύς. Κι άλλα γέλια, στα μουλωχτά.
-Εγώ κορίτσια ήμουν ναυτικός. Όλο τον κόσμο έχω γυρίσει.
-Ωραία, θα ‘χετε χιλιάδες εμπειρίες.
-Κίνα, Μαρόκο, Βομβάη, Μομπάσα, Βραζιλία, Μαντράς, Αργεντινή, Ισπανία, Νότια Αφρική, Ινδικος, Ατλαντικός, Ειρηνικός… Όλο τον κόσμο γύρισα… …και τι έγινα; Ένας μάπας!
Δεν την περίμενα αυτή την ατάκα. Είχα συνηθίσει τους πολυταξιδεμένους ναυτικούς να κοκορεύονται για τις εμπειρίες τους και να σου λένε ιστορίες με δεκάδες άγνωστες λέξεις από τα ταξίδια τους.
Με πολύ έμφαση και στόμφο το πέταξε αυτό το “ένας μάπας”. Με τα βίας κρατήσαμε τα γέλια μας. Είδα τη φίλη να δακρύζει από την πίεση να μην ξεκαρδιστεί.
-Και έτσι κορίτσια δεν κοιμάμαι τα βράδια. Γι’ αυτό έχω την κούπα μου εδώ.
Γάλα θα πίνει για να χαλαρώσει, σκέφτομαι.
-Τη γεμίζω με ουίσκι και μόλις το πιώ όλο κλείνω το ταξί και πάω για ύπνο, μόνο έτσι κοιμάμαι…
Ευτυχώς φτάσαμε, δεν ξέρω πόση ώρα θα άντεχα να σφίγγομαι να μην γελάσω.
Κατεβήκαμε και ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια, η κοιλιά μου πόνεσε και δυσκολευόμουν να αναπνέυσω, για τέτοια γέλια μίλαμε…
Το βράδυ πριν κοιμηθώ μου ήρθαν στο μυαλό οι στίχοι του Καββαδία: “Όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες…”
Αν-ίδεες
23 Ιαν 2012 Γράψτε ένα σχόλιο
Ήταν μερικές μέρες μετά την πρωτοχρονιά, τότε που ήμασταν ακόμα φοιτήτριες και κάναμε πάρα πολλές βλακείες. (Τώρα κάνουμε απλά πολλές). Είχαμε να βρεθούμε και με τη φίλη μου καμιά βδομάδα, οπότε δείξτε κατανόηση.
Χτυπάει το τηλέφωνο… Η φίλη μου.
-Εεεεελααααα
-Γυρισαααα
-Είσαι Αθήνα;
-Σε περιμένω σπίτι, ντύσου και έλα γρήγορα να δούμε που θα πάμε.
Ντύνομαι, στολίζομαι και τσακίζομαι για το μικρό σπίτι στο Παγκράτι.
Γέλια, αγκαλιές, φιλιά και ακατάπαυστο κουβεντολόι …
-Τι λες να κάνουμε λοιπόν;
-Η Απανεμιά είναι κλειστή…
Σκέψη…
-Καμιά ιδέα;
-Τίποτα.
-Πάω να πάρω το “Αθηνόραμα”
-Άνοιξα ένα μπουκάλι να πιούμε ένα ποτηράκι μπας και μας κατέβει καμιά καλή ιδέα.
-Άντε βρε, καλή χρονιά.
-Καλή χρονιά…
-Να ανοίξω ένα ακόμα μπουκάλι, μπας και κατέβει τώρα η καλή ιδέα;
-Άντε άνοιξε, ένα ποτήρι και φεύγουμε.
Χτυπάει το κινητό μου, ο Γιάννης.
-Ελάτε από ‘δω, καθόμαστε και ψάχνουμε μια καλή ιδέα για να βγούμε. Να πάμε κάπου όλοι μαζί.
Έρχονται Γιάννης και Γιώργος. Κι άλλα γέλια και πιο πολύ κουβεντολόι, ιδέες δεν έχει κανείς όμως.
-Πω πω τελείωσε και αυτό το μπουκάλι.
-Αφου το ήπιανε τα αγόρια…
-Μα … από ένα ποτήρι έχουμε πιεί.
-Έχω κι άλλο μπουκάλι.
-Στην υγειά μας, καλή χρονιά
Από ιδέες τίποτα ακόμα.
-Εμείς κορίτσια θα φύγουμε, νυστάξαμε.
-Τόσο νωρίς; Μα καθίστε λίγο ακόμα.
-3 πήγε η ώρα. Τα λέμε αύριο για καφέ.
Και μένουμε και πάλι οι δυο μας.
-Πήγε 3. Δεν νομίζω να μπορούμε να πάμε κάπου τώρα.
-Ναι πέρασε η ώρα.
-Άντε να φύγω τότε κι εγώ.
Ετοιμάζομαι να σηκωθώ. Η φίλη μου με κοιτάει με το συνωμοτικό βλέμμα.
-Έχω ένα πάρα μα πάρα πολύ καλό προσκοπικό κρασί. Γουστάρεις;
-Άσε μωρέ άμα είναι πολύ καλό, σε ειδική περίπτωση.
-Μα είναι ειδική περίπτωση!
-Τι ακριβώς γιορτάζουμε δηλαδή;
-Εεε; Κάτσε να το ανοίξω, για να σκεφτούμε κάτι να γιορτάσουμε.
Και βάραγε το προσκοπικό κρασί. Και βάρυνε και το πρόγραμμα ο “ΔΙΕΣΗ” και φούντωσε το γλέντι. Και να πετάγεται πάνω η φίλη μου και αρχίσει τις στροφές.
-Χτύπα μου παλαμάκια, χτύπα παλαμάκια
Και δωσ’ του να χτυπάω παλαμάκια
-Σφύρα μου κιόλας, σφύρα.
Να και τα σφυρίγματα
-Να το σπάσω;
Πάει και το κολωνάτο ποτήρι.
-Σπάσε και το δικό σου.
Πάει και το άλλο κολωνάτο ποτήρι.
Σωριάζεται η φίλη μου στον καναπέ.
-Ζαλίζομαι…
Και φεύγει τρέχοντας για το μπάνιο.
Την έβαλα για ύπνο και έφυγα.
Ανεβαίνοντας τη Φορμίωνος είδα τον ψαρά της γειτονιάς να ανοίγει το μαγαζί του.
-Μα τι στο καλό… σκέφτηκα, τι ώρα είναι;
Μάλλον οι σκέψεις μου ήταν φωναχτές, ο ψαράς χαμογέλασε
-6.30 είναι ζαργάνα μου. Πού ξενυχτούσες;
Μερακλήδικες φάσεις με ωραίες παρέες σκέφτηκα, και ας ήμασταν μονάχα δυό…
Παρασκευή απόγευμα…
17 Ιαν 2012 Γράψτε ένα σχόλιο
Ήταν μεσημεράκι Παρασκευής, αραχτές με τη φίλη μου στο μικρό σπίτι στο Παγκράτι, σκεφτόμασταν που θα μπορούσαμε να ξεσαλώσουμε το βράδυ.
-Απανεμιά;
-Πάλι; Χτες και προχτές εκεί ήμασταν…
-Γαμώτο έκλεισαν και οι Εσπερίδες.
-Σκαλάκια; Μορφή;
-Πάλι ρακόμελα; Όλη μέρα χτες ρακόμελα πίναμε…
Σκέψη…
Ξαφνικά λαμπάκι ιδέας ανάβει πάνω από το κεφάλι της φίλης μου!
-Το βρήκα!!! Πάμε Ρέθυμνο; Θα μείνουμε στις φίλες μου στην εστία.
-Καλή φάση. Τι ώρα έχει πλοίο;
Να μην σας τα πολυλογώ 9 η ώρα σαλπάραμε με το “Πρέβελη” για Ρέθυμνο. Να πω την αλήθεια το ταξίδι ούτε που το καταλάβαμε, αφού λιώσαμε στον ύπνο μέσα στα ωραιότατα sleeping-bag μας -απαραίτητο αξεσουάρ των ακτοπλοϊκών μας ταξιδιών.
Πρωί-πρωί αποβιβαζόμαστε στο όμορφο Ρέθυμνο. Βόλτες, καφεδάκια, ψάχναμε και έναν κρητικό-έρωτας της φίλης μου…
Βραδιά ρακής κανονίσανε. Πίναμε, γελούσαμε, τραγουδούσαμε, όλα καλά… Κάποια στιγμή χάνεται η φίλη μου σε ένα άλλο τραπέζι γνωστών. Τη βλέπω να χαζογελάει και να μου κάνει νόημα να πάω.
-Έλα, πίνουμε κούπες. Χαχαχαχα. Κοίτα!
Και μου δείχνει μια κούπα γεμάτη κρασί. Την ήπιε μονορούφι.
-Πιες και ‘συ!
Και βρίσκομαι με μια κούπα στο χέρι…
Θυμάμαι να γελάμε στην τουάλετα του μαγαζιού. Θυμάμαι αμέσως μετά να είμαστε έξω από το μαγαζί (τη διαδρομή τουαλέτα-έξω δεν την θυμάμαι), να προσπαθώ να συμμαζέψω τη φίλη μου και να σκέφτομαι που θα βρεθεί κάποιος να συμμαζέψει εμένα.
Ύστερα θυμάμαι ότι χάσαμε το κινητό της φίλης μου και ψάχναμε σε όλο το μαγαζί μαζί με τους μισούς πελάτες. Το βρήκαμε μισή ώρα μετά. Ήταν μέσα στην τσάντα της…
Κατά της 5 το πρωί φτάσαμε στο δωμάτιο της εστίας. Η φίλη μου πρέπει να κοιμήθηκε πριν το κεφάλι της φτάσει στο μαξιλάρι.
Και τότε…γκαντεμιά! Χτυπάει το κινητό της και είναι το υπερπροστατευτικό αγόρι της… Τι να του πω; Προσπαθώ να την ξυπνώσω. Ανοίγει τα μάτια, με κοιτάει, και λέει κάτι στην άγνωστη διάλεκτο του “είμαι εντελώς τύφλα, παράτε με”.
Μίλησα εγώ στον υπερπροστατευτικό.
-Ξέρεις την πήρε ο ύπνος και γι’αυτό δεν σε πήρε τηλέφωνο. Και εμένα δηλαδή με ξύπνησες. Αντε πάνε κοιμήσου, και αύριο μέρα είναι.
-Δωσ’ της ένα φιλί από ‘μένα.
Άσε μας ρε φίλε νυχτιάτικα. Περπατήσαμε το μισό Ρέθυμνο, για να βρούμε μεθυσμένες το δρόμο για την εστία. Δεν το είπα βέβαια, απλά το σκέφτηκα…
Την Κυριακή κοιμόμασταν. Ξυπνήσαμε κάποια στιγμή για να φύγουμε. Στο λιμάνι διαπιστώσαμε οτι πεινάμε (μας είχαν ταΐσει τα κορίτσια στην εστία πουρέ, αλλά με τόσο αλκόολ, ούτε δεινόσαυρος δεν έφτανε).
Πήραμε ένα σουβλάκι μισό-μισό και ένα μπουκάλι νερό… και τα λεφτά τελείωσαν.
Φτάσαμε Αθήνα πατσαβουριασμένες, πεινασμένες αλλά πολύ ευχαριστημένες, αν και τον κρητικό δεν τον είχαμε βρει.
Δεν πήγαμε φυσικά στο μάθημα του κυρίου Ματσαγκούρα, ο καφές ήταν πιο σημαντικός -θέμα επιβίωσης…
Στιγμές…
09 Ιαν 2012 Γράψτε ένα σχόλιο
Ήταν ένα από εκείνα τα χειμωνιάτικα βράδια της φοιτητικής κρεπάλης. Είχαμε καταλήξει με τη φίλη μου στο Θησείο, στα Σκαλάκια και μπεκρουλιάζαμε ως άλλοι Ορέστηδες Μακρήδες. Μπίρες ή ούζα ήταν, δυσκολεύομαι να θυμηθώ. Εκεί, ανάμεσα στα τσουγκρίσματα και τα τυροπιτάκια της ποικιλίας, βαρησήμαντες φιλοσοφικογκομενικές συζητήσεις λάμβαναν χώρα.
-Στην υγειά μας
-Στην υγεια μας βρε! Χαχαχαχα!
Ήταν πολύ αργά όταν φύγαμε. Το κρύο τσουχτερό. Πιαστήκαμε αγκαζέ και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε πολύ κεφάτα τον πεζόδρομο του Θησείου.
-Κοίτα τι τέλειος είναι ο καινούργιος φωτισμός της Ακρόπολ…
Και πάνω που γυρνάω το κεφάλι να θαυμάσω τον νέο φωτισμό … τα φώτα της Ακρόπολης σβήνουν. Σκοτάδι…
-Γρουσούζα!!!
-Πωπω, Σαββατογεννημένη, τι περιμένεις.
Γέλια και πάλι!
-Ααααα, πρέπει να έχει πανσέληνο απόψε, κοίτα τι φωτεινό που είναι το φεγγά…
-Μην το πεις! Και της κλείνω το στόμα με το χέρι μου…
Γέλια, μέσα από την καρδιά μας, δυνατά! Ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ με πανσέληνο, στον πεζόδρομο του Θησείου…
Γι’αυτό κάποιοι άνθρωποι μένουν για πάντα στην καρδιά μας…
Happy life
03 Ιαν 2012 Γράψτε ένα σχόλιο
Από μικρή είχα κόλλημα με τα ζωάκια. Τα αγαπούσα όλα και τα ήθελα κοντά μου.
-Άμα ήσουν καρτούν σίγουρα θα ήσουν η Ελμάιρα έλεγε ένας φίλος…
Κατά καιρούς είχα πάει σπίτι γατάκια, χελώνες, ένα μωρό καρακαξάκι, διάφορα σπουργιτάκια και έναν παπαγάλο. Όλα κάπου τα είχα βρει και τα είχα σώσει από κάποια δύσκολη κατάσταση…
Ήταν Κυριακή πρωί και είχα βγει βόλτα με τον σκύλο μας τον Ρίνγκο. Κάποια στιγμή ο Ρίνγκο σήκωσε το ένα αυτί και μύρισε επίμονα τον αέρα. Από κάπου ακουγόταν το κλάμα κάποιου σκύλου. Δεν αργήσαμε να τον βρούμε. Στην πιλωτή της διπλανής πολυκατοικίας ήταν παρατημένο ένα μικρό, χνουδώτο, πεντάμορφο κουταβάκι. Μαύρο, με άσπρη καρδιά στο στέρνο και μελί ματάκια!!!
Τρελάθηκα! Μα πως βρέθηκε εκεί το κουταβάκι, μόνο του; Κάποιος θα το παράτησε σίγουρα. Το πήρα αγκαλιά και μου γέμισε τη μούρη φιλιά… και σάλια!
Το ήθελα σαν τρελή! Αλλά πως θα το πήγαινα σπίτι; Η μαμά μου είχε ξεκαθαρίσει:
-Ένας σκύλος, τέσσερις γάτες και 2 καναρίνια είναι αρκετά κατοικίδια! Μην διανοηθείς να κουβαλήσεις τίποτα άλλο.
Απλά θα αφήσω το κουταβάκι στο μπαλκόνι και θα το βρουν εκεί, σκέφτηκα. Θα νομίσουν ότι κάποιος μας το παράτησε στο μπαλκόνι μας. Χαμογέλασα ευχαρίστημενη, εφάρμοσα το καταπληκτικό μου σχέδιο και πήγα δίπλα στον φίλο μου τον Γιάννη.
Δεν πρόλαβα να μπω μέσα και είχε πάρει η μαμά μου τηλέφωνο.
-Παιδί μου είσαι εντελώς ηλίθιο;
-Μα γιατί, τι έκανα;
-Τι το κουβάλησες το κουτάβι στο μπαλκόνι;
-Εγώ; Όχι! Αφού είμαι στον Γιάννη.
-Πώς όχι; Αφού σε είδα! Ήμουν στο παράθυρο! Τσακίσου και έλα εδώ να μαζέψεις τα τσίσα που έκανε.
Τσακίστηκα! Πόσο το ήθελα το κουτάβι, ακόμα και αν έκανε τσίσα όπου έβρισκε…
Η Φατμέ, έτσι την βάφτισα, έμεινε μαζί μας περίπου ένα μήνα. Μετά την δώσαμε σε μια οικογένεια φίλων που είχαν μεγαλύτερη αυλή από τη δικιά μας. Η Φατμέ θα γινόταν μεγάλο σκυλί και δυστυχώς θα ήταν στριμωχτά με τον Ρίνγκο στην αυλή μας.
Πέθανε από βαθιά γεράματα, έχοντας ζήσει μια όμορφη ζωή ως μέλος μιας οικογ
Πώς ο καφές έγινε απαραίτητος…
28 Δεκ 2011 Γράψτε ένα σχόλιο
Ήταν το πρώτο μου αεροπορικό ταξίδι. Προσπαθούσα να δείχνω ότι το ‘χω, αν και το πρώτο πράγμα που έψαξα μόλις μπήκα στην αίθουσα αναχωρήσεων ήταν οι “Πληροφορίες”. Μου είπαν λοιπόν να πάω να κάνω check-in στη θυρίδα 126. Η άτιμη στην άλλη άκρη του αεροδρομίου ήταν. Φτάνω λοιπόν, δίνω την ωραιότατη τσάντα τουρίστα που κουβαλούσα, ζητάω θέση παράθυρο, όλα καλά!
-Πρέπει να πάτε την τσάντα σας στον ιμάντα 76.
-Γιατί;
-Γιατί τα λουράκια που κρέμονται θα πιάστουν στον κυλιόμενο διάδρομο εδώ.
Τι να κάνω, φορτώνομαι και πάλι την αξιαγάπητη γαϊδουρίτσα μου και πάω στον ιμάντα 76. Ένας υπάλληλος μισοκοιμάται σε μία καρέκλα. Είναι ο ιμάντας για τις μεγάλες αποσκευές. Η δική μου είναι μικρή…
Στέκομαι μπροστά, ακουμπάω την τσάντα μου πάνω και έκπληκτη κοιτάω την οθόνη της ζυγαριάς, 55,700! Γουρλώνω μάτια και παρά το νωρίς της ώρας αρχίζω να σκέφτομαι. Για την ακρίβεια αρχίζω να μονολογώ και μάλιστα όχι ψιθυριστά!
-Αδυνατον! 55,700! Μα πώς γίνεται; Πώς γίνεται να κουβαλάω τέτοιο βάρος τόση ώρα! Εγώ ζυγίζω μόλις 48 κιλά! Πωπω είμαι πολύ δυνατή τελικά! Αλλα τι στο καλό! Τι έβαλα μέσα και είναι τόσο βαριά η τσάντα μου;
Το χάος των συλλογισμών μου διακόπτει ο υπάλληλος. Γελάει.
-Δεσποινίς, θα μπορούσατε να κατέβετε από αυτο το ασημί τετράγωνο;
Τον κοιτώ με απορία…
-Είναι η ζυγαριά!!!
Κατεβαίνω. Δεξιά μου ένα ζευγάρι γελάει, μάλλον μαζί μου σκέφτομαι…
-Μόλις 7,700 η τάντα σας…
-Και 48 εγώ. Ξεκαρδίζομαι στα γέλια… Πού έιναι η καφετέρια παρακαλώ;
Mind…trap…
23 Δεκ 2011 Γράψτε ένα σχόλιο
Η γιαγιά Κανέλα έλεγε πως δεν είμαι παιδί εγώ αλλά τρίβολος μεταμορφωμένος. Η αλήθεια είναι πως το μυαλό μου δούλευε όχι πάντα για καλό σκοπό. Τις περισσότερες φορές βρισκόμουν μπλεγμένη για κάποια καλή ιδέα μου…
Ήμασταν λοιπόν στο γνωστό εξοχικό στη Λούτσα. Η γιαγιά Κανέλα με είχε κλειδώσει στο δωμάτιο για μεσημεριανό ύπνο, κάτι που μου ήταν αδύνατον να κάνω. Άνοιξα το παράθυρο, σκαρφάλωσα (δεν έκανα τζάμπα ενόργανη) πάτησα στο τραπέζι της βεράντας και ΝΑΙ, ήμουν ελεύθερη! Κατέβηκα στον κήπο και τότε μου καρφώθηκε η ιδέα. Θα έφτιαχνα μια παγίδα για να πέσει μέσα η γιαγιά. Να μάθει να με κλειδώνει στο δωμάτιο.
Επαγγελματική δουλειά. Έσκαψα μια τρύπα, την κάλυψα με ένα κομμάτι χαρτόνι και το σκέπασα με χώμα. Ούτε που φαινόταν. Γύρισα στο δωμάτιο πάντα από το παράθυρο, και έκανα την κοιμισμένη…
Η μεγάλη ώρα είχε έρθει! Η ιεροτελεστεία του ποτίσματος. Παρακολουθούσα με κομμένη την ανάσα! Και ξαφνικά… ναι! παρ’την μέσα την γιαγιά, όχι ολόκληρη, το αριστερό πόδι μόνο!
Θυμάμαι το βράδυ ότι με έτσουζαν τα σημάδια από τη μυγοσκοτώστρα στα μπουτάκια μου…
Flash back…
09 Δεκ 2011 Γράψτε ένα σχόλιο
Όταν ήμουν μικρή, η γιαγιά Κανέλλα συνήθιζε να με περιφέρει και να με επιδεικνύει στους διάφορους συγγενείς της. Πολύ βαριόμουν στα σπίτια των θειάδων και στο πρώτο μισάωρο άρχιζα την γκρίνια.
Ήταν Σάββατο απόγευμα και είχα κανονίσει να παίξω με τα παιδιά της γειτονιάς.
-Έλα μαζί μου στην θεία τη Ζωή.
-Οχί, βαριέμαι.
-Μα έλα, θα περάσουμε ωραία.
-Οχι, μου τσιμπάνε τα μάγουλα και μου τα κοκκινίζουν.
-Έλα και θα φύγουμε νωρίς.
-Όχι, κάθε φορά έτσι λες και καθόμαστε με τις ώρες.
-Έλα και ‘γω βαριέμαι εκεί. Θα σε έχω για δικαιολογία, για να φύγουμε νωρίς.
-Καλά, αλλά μόλις σου πω πάμε, θα φύγουμε.
Πάμε λοιπόν στη θεία Ζωή. Μου τράβηξαν τα μάγουλα και με μπούκωσαν γλυκά και πορτοκαλάδα με ανθρακικό, που καθόλου δεν μου αρέσει. Μετά από 45 λεπτά άρχισα φυσικά να βαριέμαι.
-Πάμε γιαγιά, βαρέθηκα.
-Σε λίγο.
-Γιαγιά ήρθε το σε λίγο;
-Σε άλλο λίγο.
-Γιαγιά βαρέθηκα, θέλω να φύγουμε.
-Ώχου μην με ζαλίζεις, σου είπα θα φύγουμε σε λίγο.
-Γιαγιά αλλιώς τα είχαμε συμφωνήσει.
-Α με ζάλισες. Θα φύγουμε όταν πω.
Κόκκινη από θυμό, σηκώνομαι στη μέση του σαλονιού της θείας Ζωής.
-Γιαγιά εσύ μου είπες οτι είναι πολύ βαρετοί και να ‘ρθω μαζί για να φύγουμε γρήγορα. Πάμε σε παρακαλώ να φύγουμε, θα πεθάνουμε από βαρεμάρα εδώ πέρα. Πάμε να γλιτώσουμε.
Η ψηλότερη κορυφή.
07 Δεκ 2011 Γράψτε ένα σχόλιο
Στην Αίγινα όταν ήμουν, πολύ ωραία περνάγαμε. Προς τα τέλη του Μαΐου, στη γιορτή της Αναλήψεως ανεβαίνουν στο Όρος, ανάβουν μια μεγάλη φωτιά για να αναλειφθεί πιο εύκολα το πνεύμα στον ουρανό και ακολουθεί τυπικό ελληνικό γλέντι. Η Λόλα με τον Αντώνη λοιπόν είχαν τη φαεινή ιδέα να πάμε και εμείς.
-Μισή ωρίτσα ανάβαση, τίποτα, πανεύκολο.
Ξεκινάμε λοιπόν με το αυτοκίνητο του Αντώνη να συναντήσουμε την Ιωάννα στο Ανιτσέο και να συνεχίσουμε όλοι μαζί. Παίρνει ο Αντώνης πρωτοβουλία και δεν περιμένει στο σημείο του ραντεβού.
-Μαρίνα πάρε τηλέφωνο την Ιωάννα και πες της να έρθει πιο πάνω.
Παλεύω η καημένη, ούτε για δείγμα σήμα.
-Αντώνη σταμάτα, να την περιμένουμε, δεν μπορώ να ειδοποίησω.
-Θα το καταλάβει και θα ‘ρθει…
Το κατάλαβε η Ιωάννα και ήρθε, πολυ θυμωμένη όμως. Φώναζε στον Αντώνη, σαν δασκάλα στον άτακτο μαθητή της.
-Αντώνη αναμουκιάρη! (Η Ιωάννα είναι Πόντια στην καταγωγή, κάτι ποντιακό θα είναι σκέφτηκα).
-Ιωαννίτσα τι σημαίνει αναμουκιάρης; ρωτώ για να ελαφρύνω την κατάσταση.
-Τι σημαίνει; ΑΝΤΩΝΗΣ σημαίνει. Και φεύγει.
Είναι ακόμα νευριασμένη.
Φτάνουμε στους πρόποδες του Όρους. Αρχίζει η ανάβαση. Το μονοπάτι είναι σημαδεμένο με φαναράκια. Πολύ όμορφα είναι. Κάποια στιγμή διαπιστώνω πως η ανάβαση δεν είναι μόνο μισή ωρίτσα αλλά τουλάχιστον δύο, οι σκεπαστές από τον Αλαντίν που κουβαλάω είναι ασήκωτες, η γλώσσα μου σέρνεται στα πατώματα, διψάω και τα μπουκάλια με το νερό είναι 200 μέτρα μπροστά.
-Πάλι τελευταία έμεινα γάμωτο, μονολογώ.
Κοιτάω πίσω μου. Βλέπω την Ιωάννα σε παρόμοια κατάσταση με τη δική μου μαζί με τον Αντώνη που την εμψυχώνει και την τραβάει να συνεχίσει το περπάτημα.
Άραγε ο αναμουκιάρης εξιλεώθηκε, αναρωτιέμαι και σταματάω για να τους περιμένω.
Για γέλια…
01 Δεκ 2011 1 σχόλιο
Ήμασταν στην Τουρκία με την Αγγελική, στο όμορφο Κουσάντασι. Πολύ ωραία περνάγαμε ως συνήθως, γελάγαμε, βολτάραμε, τρώγαμε σαν γουρούνες… Εκείνο το βράδυ στο ξενοδοχείο ήταν βραδιά κρεπάλης -κερασμένο κρασί από τον μάνατζερ, κερασμένες πίτσες από ‘μας. Αφού φάγαμε και κυρίως ΗΠΙΑΜΕ, είπαμε να κοιμηθούμε.
Είμαστε στο δωμάτιο, η Αγγελική ανάσκελα στο κρεβάτι παρατηρεί κάτι, άγνωστο τι… Το βλέμμα της τα λέει όλα, θα πέσει πολύ γέλιο.
-Ρε έλα ξάπλωσε λίγο να δεις κάτι.
Ανυποψίαστη πάω -κάτι σαν πρόβατο για σφαγή-.
-Κοίτα τον ανεμιστήρα που γυρίζει. Όταν κοιτάς προς τη φορά που γυρίζει, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τα φτερά του.
-Πράγματι, δεν μπορείς.
-Κοίτα τωρα ανάποδα από τη φορά που γυρίζει. Βλέπεις που ξεχωρίζουν;
Και με κοιτάει με ύφος Αινστάιν μόλις ανακάλυψε τη θεωρία της σχτικότητας.
Ξεκαρδίζομαστε στα γέλια.
-Ρε ανακάλυψες ένα νέο φαινόμενο, σε λίγα χρόνια τα βιβλία της φυσικής θα γράφουν για ‘σενα. Πώς να το ονομάσουμε όμως;
-Το “Σιαντίκειο φαινόμενο”, για να μην ξεχάσουν και το όνομα μου.
Κλαίμε από τα γέλια και δεν είναι λόγω κρασιού…

